Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηγαδάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρό πηγάδι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσύνολο, συγκεντρωμένων σε κύκλο, όρθιων ατόμων που κουβεντιάζουν (συνήθως αναφερόμενοι σε κάποιο πρόσφατο γεγονός) Βικιλεξικό
    • αμέσως μετά οι παρευρισκόμενοι χωρίστηκαν σε πηγαδάκια και άρχισαν να σχολιάζουν την πρόταση

Ετυμολογία

πηγαδάκι < υποκοριστικό του πηγάδι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπηγαδάκιπηγαδάκια
Γενική——
Αιτιατικήπηγαδάκιπηγαδάκια
Κλητικήπηγαδάκιπηγαδάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →