πηγαδάκι
•
- μικρό πηγάδι Βικιλεξικό
- μεταφορικάσύνολο, συγκεντρωμένων σε κύκλο, όρθιων ατόμων που κουβεντιάζουν (συνήθως αναφερόμενοι σε κάποιο πρόσφατο γεγονός) Βικιλεξικό
- αμέσως μετά οι παρευρισκόμενοι χωρίστηκαν σε πηγαδάκια και άρχισαν να σχολιάζουν την πρόταση
Ετυμολογία
πηγαδάκι < υποκοριστικό του πηγάδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγαδάκι | πηγαδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | πηγαδάκι | πηγαδάκια |
| Κλητική | πηγαδάκι | πηγαδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →