Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηγάδι

/piˈɣa.ði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βαθύ, σχετικά στενό, τεχνητό όρυγμα κυλινδρικού σχήματος στο έδαφος από το βάθος του οποίου αντλείται νερό για πόση, άρδευση κτλ. Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάτο στόμα Βικιλεξικό
    • Kλείσε το πηγάδι σου και σταμάτα να βρίζεις τους πάντες.

Ετυμολογία

πηγάδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πηγάδι < ελληνιστική κοινή πηγάδιον (υποκοριστικό του ) < αρχαία ελληνική πηγή.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπηγάδιπηγάδια
Γενικήπηγαδιούπηγαδιών
Αιτιατικήπηγάδιπηγάδια
Κλητικήπηγάδιπηγάδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →