πηγάδι
•
- βαθύ, σχετικά στενό, τεχνητό όρυγμα κυλινδρικού σχήματος στο έδαφος από το βάθος του οποίου αντλείται νερό για πόση, άρδευση κτλ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο στόμα Βικιλεξικό
- Kλείσε το πηγάδι σου και σταμάτα να βρίζεις τους πάντες.
Ετυμολογία
πηγάδι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πηγάδι < ελληνιστική κοινή πηγάδιον (υποκοριστικό του ) < αρχαία ελληνική πηγή.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγάδι | πηγάδια |
| Γενική | πηγαδιού | πηγαδιών |
| Αιτιατική | πηγάδι | πηγάδια |
| Κλητική | πηγάδι | πηγάδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →