πηγαδάρα
•
- φαρδύ και βαθύ πηγάδι Βικιλεξικό
- στενό βάραθρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηγαδάρα < πηγάδα ή πηγάδι + μεγεθυντικό επίθημα -άρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγαδάρα | πηγαδάρες |
| Γενική | πηγαδάρας | — |
| Αιτιατική | πηγαδάρα | πηγαδάρες |
| Κλητική | πηγαδάρα | πηγαδάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →