Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηγαδίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προέρχεται από πηγάδι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάφαρδύς σαν πηγάδι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πηγαδίσιος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπηγαδίσιοςπηγαδίσιαπηγαδίσιο
Γενικήπηγαδίσιουπηγαδίσιαςπηγαδίσιου
Αιτιατικήπηγαδίσιοπηγαδίσιαπηγαδίσιο
Κλητικήπηγαδίσιεπηγαδίσιαπηγαδίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπηγαδίσιοιπηγαδίσιεςπηγαδίσια
Γενικήπηγαδίσιωνπηγαδίσιωνπηγαδίσιων
Αιτιατικήπηγαδίσιουςπηγαδίσιεςπηγαδίσια
Κλητικήπηγαδίσιοιπηγαδίσιεςπηγαδίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →