πηγαδίσιος
•
- που προέρχεται από πηγάδι Βικιλεξικό
- μεταφορικάφαρδύς σαν πηγάδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηγαδίσιος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγαδίσιος | πηγαδίσια | πηγαδίσιο |
| Γενική | πηγαδίσιου | πηγαδίσιας | πηγαδίσιου |
| Αιτιατική | πηγαδίσιο | πηγαδίσια | πηγαδίσιο |
| Κλητική | πηγαδίσιε | πηγαδίσια | πηγαδίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγαδίσιοι | πηγαδίσιες | πηγαδίσια |
| Γενική | πηγαδίσιων | πηγαδίσιων | πηγαδίσιων |
| Αιτιατική | πηγαδίσιους | πηγαδίσιες | πηγαδίσια |
| Κλητική | πηγαδίσιοι | πηγαδίσιες | πηγαδίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →