πηγεμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πηγαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηγεμός < μεσαιωνική ελληνική πηγαιμός (ορθογραφική απλοποίηση) < πηγαίνω < αρχαία ελληνική ὑπάγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηγεμός | πηγεμοί |
| Γενική | πηγεμού | πηγεμών |
| Αιτιατική | πηγεμό | πηγεμούς |
| Κλητική | πηγεμέ | πηγεμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →