Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηγαιμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοτο να πάει κάποιος κάπου Βικιλεξικό
    • Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη, | να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος […]

Ετυμολογία

πηγαιμός < μεσαιωνική ελληνική πηγαιμός < πηγαίνω < αρχαία ελληνική ὑπάγω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπηγαιμόςπηγαιμοί
Γενικήπηγαιμούπηγαιμών
Αιτιατικήπηγαιμόπηγαιμούς
Κλητικήπηγαιμέπηγαιμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →