πηλίκο
•
- αριθμητικήτο αποτέλεσμα της διαίρεσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηλίκο < αρχαία ελληνική πηλίκος ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) quotient (< λατινικά quotiens)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηλίκο | πηλίκα |
| Γενική | πηλίκου | πηλίκων |
| Αιτιατική | πηλίκο | πηλίκα |
| Κλητική | πηλίκο | πηλίκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →