πηλοφόρι
•
- εργαλείοβοηθητικό οικοδομικό εργαλείο που αποτελείται από ένα επίπεδο τμήμα και ένα χερούλι στο κάτω μέρος που χρησιμοποιείται για να έχει, ο εργάτης, εύκολη πρόσβαση σε μικρή ποσότητα λάσπης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πηλοφόρι < μεσαιωνική ελληνική *πηλοφόριον < ελληνιστική κοινή πηλοφόρος < αρχαία ελληνική πηλός + φέρω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πηλοφόρι | πηλοφόρια |
| Γενική | πηλοφοριού | πηλοφοριών |
| Αιτιατική | πηλοφόρι | πηλοφόρια |
| Κλητική | πηλοφόρι | πηλοφόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →