πηλός
•
- αργιλώδες υλικό, σε μορφή εύπλαστης λάσπης, που χρησιμοποιείται στην κατασκευή κεραμικών Βικιλεξικό
- Μου κόλλησε απάνω η κουβέντα του Θεού / Και είμαι σαν πηλός άσπιλος / Δεν τρώγω πια τα λόγια του αλλουνού / Και δεν μασώ την προστυχιά της τύχης (Γιώργος Σαραντάρης, Μου κόλλησε απάνω η κουβέντα του Θεού)
Ετυμολογία
πηλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πηλός
Άλλοι τύποι
πηλάπηλέπηλοίπηλούπηλούςπηλόπηλών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →