Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιάνω

/ˈpça.no/ρήμα
•
  1. ακουμπώ κάτι γερά Βικιλεξικό
    • πιάσε το τραπέζι
  2. ακινητοποιώ ένα κινούμενο αντικείμενο με τα χέρια μου και το έχω στην κατοχή μου Βικιλεξικό
    • ο τερματοφύλακας έπιασε δύο πέναλντι
  3. συλλαμβάνω άνθρωπο ή ζώο (συνήθως μετά από έρευνα ή καταδίωξη) Βικιλεξικό
    • έπιασαν τους ληστές
    • Ήξεραν πως αν τους έπιαναν η ποινή θα ήταν θάνατος. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
  4. για σωματικό πόνο ή ενόχληση που δυσκολεύει την κίνηση´ Βικιλεξικό
    • μ' έπιασε η μέση μου
  5. οικείοφέρνω, σερβίρω Βικιλεξικό
    • για πιάσε κανένα ψαράκι
  6. παίρνω κρασί ή λάδι από βαρέλι ή μεγάλο δοχείο και γεμίζω ένα μικρότερο δοχείο Βικιλεξικό
  7. καταλαμβάνω κάποιον χώρο Βικιλεξικό
    • αυτό το τραπέζι πιάνει πολύ χώρο
  8. επιδρώ πάνω σε κάποιον Βικιλεξικό
    • πήρα ένα υπνωτικό αλλά δεν με έπιασε ακόμα κι έτσι είμαι ακόμα άυπνος
  9. επιδρώ πάνω σε κάποιον Βικιλεξικό
    • έφαγα μια μπριζόλα και με έπιασε, δεν πεινάω άλλο
  10. επιδρώ πάνω σε κάποιον Βικιλεξικό
    • με πιάνει το μέτρο και θα πληρώσω τα μαλλιοκέφαλά μου
  11. με αφορά κατηγορία ή ποινή Βικιλεξικό
    • με πιάνει και μένα η αποβολή, με είδε το τελευταίο δευτερόλεπτο δυστυχώς...
  12. πετυχαίνω μια επίδοση, φτάνω σε ένα συγκεκριμένο αριθμητικό αποτέλεσμα Βικιλεξικό
    • έπιασα δεκατριάρι στο ΠΡΟΠΟ
  13. για τέχνασμακαταφέρνω να ξεγελάσω κάποιον Βικιλεξικό
    • δεν έπιασε το κόλπο
  14. ραδιοτηλεπικοινωνίεςσυλλαμβάνω κατά τρόπο επαρκή σήμα που εκπέμπεται Βικιλεξικό
    • το κινητό μου δεν πιάνει εδώ
    • έπιασα έναν καλό σταθμό στο ραδιόφωνο
  15. οικείοκατανοώ με ακρίβεια αυτό που μου λένε Βικιλεξικό
    • δεν ξέρω αν με πιάνετε
  16. ναυτικός όρος: προσεγγίζω, καταπλέω Βικιλεξικό
    • θα πιάσουμε Νάξο (= θα προσεγγίσουμε στο λιμάνι της Νάξου)
  17. μετεωρολογία: αρχίζω, ξεσπώ Βικιλεξικό
    • κλείστε τ΄ αμπάρια μη πιάσει βροχή, έπιασε μπουρίνι
  18. μεταφορικάμιλώ για κάποιον Βικιλεξικό
    • πριν με πιάσει το στόμα σου, πλύν' το πρώτα καλά, γιατί θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα

Ετυμολογία

πιάνω < μεσαιωνική ελληνική πιάνω. Από τον αόριστο ἐπίασα του ρήματος πιάζω (δωρικός τύπος του πιέζω) σχηματίστηκε νέος ενεστώτας σε -νω, κατ' αναλογία με τα έχασα-χάνω, έφθασα - φθάνω κ.α.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπιάνωπιάνειςπιάνειπιάνουμεπιάνετεπιάνουν / πιάνουνε
Παρατατικόςέπιαναέπιανεςέπιανεπιάναμεπιάνατεέπιαναν / πιάναν / πιάνανε
Αόριστοςέπιασαέπιασεςέπιασεπιάσαμεπιάσατεέπιασαν / πιάσαν / πιάσανε
Μέλλονταςθα πιάνω / θα πιάσωθα πιάνεις / θα πιάσειςθα πιάνει / θα πιάσειθα πιάνουμε / θα πιάσουμεθα πιάνετε / θα πιάσετεθα πιάνουν / θα πιάνουνε / θα πιάσουν / θα πιάσουνε
Παρακείμενοςέχω πιάσειέχεις πιάσειέχει πιάσει———
Υπερσυντέλικοςείχα πιάσειείχες πιάσει————
Υποτακτικήνα έχω πιάσει / να πιάνω / να πιάσωνα έχεις πιάσει / να πιάνεις / να πιάσειςνα έχει πιάσει / να πιάνει / να πιάσεινα πιάνουμε / να πιάσουμενα πιάνετε / να πιάσετενα πιάνουν / να πιάνουνε / να πιάσουν / να πιάσουνε
Προστακτική—έχε πιασμένο / πιάνε / πιάσε——πιάνετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

πιάνομαιπιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →