πιάνω
•
- ακουμπώ κάτι γερά Βικιλεξικό
- πιάσε το τραπέζι
- ακινητοποιώ ένα κινούμενο αντικείμενο με τα χέρια μου και το έχω στην κατοχή μου Βικιλεξικό
- ο τερματοφύλακας έπιασε δύο πέναλντι
- συλλαμβάνω άνθρωπο ή ζώο (συνήθως μετά από έρευνα ή καταδίωξη) Βικιλεξικό
- έπιασαν τους ληστές
- Ήξεραν πως αν τους έπιαναν η ποινή θα ήταν θάνατος. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
- για σωματικό πόνο ή ενόχληση που δυσκολεύει την κίνηση´ Βικιλεξικό
- μ' έπιασε η μέση μου
- οικείοφέρνω, σερβίρω Βικιλεξικό
- για πιάσε κανένα ψαράκι
- παίρνω κρασί ή λάδι από βαρέλι ή μεγάλο δοχείο και γεμίζω ένα μικρότερο δοχείο Βικιλεξικό
- καταλαμβάνω κάποιον χώρο Βικιλεξικό
- αυτό το τραπέζι πιάνει πολύ χώρο
- επιδρώ πάνω σε κάποιον Βικιλεξικό
- πήρα ένα υπνωτικό αλλά δεν με έπιασε ακόμα κι έτσι είμαι ακόμα άυπνος
- επιδρώ πάνω σε κάποιον Βικιλεξικό
- έφαγα μια μπριζόλα και με έπιασε, δεν πεινάω άλλο
- επιδρώ πάνω σε κάποιον Βικιλεξικό
- με πιάνει το μέτρο και θα πληρώσω τα μαλλιοκέφαλά μου
- με αφορά κατηγορία ή ποινή Βικιλεξικό
- με πιάνει και μένα η αποβολή, με είδε το τελευταίο δευτερόλεπτο δυστυχώς...
- πετυχαίνω μια επίδοση, φτάνω σε ένα συγκεκριμένο αριθμητικό αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- έπιασα δεκατριάρι στο ΠΡΟΠΟ
- για τέχνασμακαταφέρνω να ξεγελάσω κάποιον Βικιλεξικό
- δεν έπιασε το κόλπο
- ραδιοτηλεπικοινωνίεςσυλλαμβάνω κατά τρόπο επαρκή σήμα που εκπέμπεται Βικιλεξικό
- το κινητό μου δεν πιάνει εδώ
- έπιασα έναν καλό σταθμό στο ραδιόφωνο
- οικείοκατανοώ με ακρίβεια αυτό που μου λένε Βικιλεξικό
- δεν ξέρω αν με πιάνετε
- ναυτικός όρος: προσεγγίζω, καταπλέω Βικιλεξικό
- θα πιάσουμε Νάξο (= θα προσεγγίσουμε στο λιμάνι της Νάξου)
- μετεωρολογία: αρχίζω, ξεσπώ Βικιλεξικό
- κλείστε τ΄ αμπάρια μη πιάσει βροχή, έπιασε μπουρίνι
- μεταφορικάμιλώ για κάποιον Βικιλεξικό
- πριν με πιάσει το στόμα σου, πλύν' το πρώτα καλά, γιατί θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα
Ετυμολογία
πιάνω < μεσαιωνική ελληνική πιάνω. Από τον αόριστο ἐπίασα του ρήματος πιάζω (δωρικός τύπος του πιέζω) σχηματίστηκε νέος ενεστώτας σε -νω, κατ' αναλογία με τα έχασα-χάνω, έφθασα - φθάνω κ.α.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιάνω | πιάνεις | πιάνει | πιάνουμε | πιάνετε | πιάνουν / πιάνουνε |
| Παρατατικός | έπιανα | έπιανες | έπιανε | πιάναμε | πιάνατε | έπιαναν / πιάναν / πιάνανε |
| Αόριστος | έπιασα | έπιασες | έπιασε | πιάσαμε | πιάσατε | έπιασαν / πιάσαν / πιάσανε |
| Μέλλοντας | θα πιάνω / θα πιάσω | θα πιάνεις / θα πιάσεις | θα πιάνει / θα πιάσει | θα πιάνουμε / θα πιάσουμε | θα πιάνετε / θα πιάσετε | θα πιάνουν / θα πιάνουνε / θα πιάσουν / θα πιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πιάσει | έχεις πιάσει | έχει πιάσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιάσει | είχες πιάσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πιάσει / να πιάνω / να πιάσω | να έχεις πιάσει / να πιάνεις / να πιάσεις | να έχει πιάσει / να πιάνει / να πιάσει | να πιάνουμε / να πιάσουμε | να πιάνετε / να πιάσετε | να πιάνουν / να πιάνουνε / να πιάσουν / να πιάσουνε |
| Προστακτική | — | έχε πιασμένο / πιάνε / πιάσε | — | — | πιάνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πιάνομαιπιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →