πιάστρα
•
- οτιδήποτε χρησιμοποιούμε για να πιάσουμε κάτι, να το συγκρατήσουμε ή να το κρατήσουμε Βικιλεξικό
- πιάσε το χερούλι της κατσαρόλας με την πιάστρα, μην καείς
- βάλε πιάστρες στην άκρη του τραπεζομάντηλου, γιατί θα το πάρει ο αέρας
Ετυμολογία
πιάστρα < (πιάνω) πιασ- + -τρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιάστρα | πιάστρες |
| Γενική | πιάστρας | πιαστρών |
| Αιτιατική | πιάστρα | πιάστρες |
| Κλητική | πιάστρα | πιάστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →