πιερότος
•
- κλασική φιγούρα υπηρέτη στην παλιά ιταλική κωμωδία Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησχετική αποκριάτικη μεταμφίεση καθώς και ο άνθρωπος που τη φοράει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιερότος < (άμεσο δάνειο) ιταλική pierrot (παλιά ιταλική pierroto + -ς ) ήρωας ιταλικής κωμωδίας, συνήθως υπηρέτης < γαλλική pierrot < όνομα Pierrot, υποκοριστικό του Pierre < λατινική Petrus < αρχαία ελληνική Πέτρος < πέτρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιερότος | πιερότοι |
| Γενική | πιερότου | πιερότων |
| Αιτιατική | πιερότο | πιερότους |
| Κλητική | πιερότε | πιερότοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →