Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πέτρα

/ˈpe.tɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ορυκτολογίασκληρό ορυκτό διαφόρων σχημάτων και μεγεθών που αφθονεί πάνω από τη γη και μέσα σ’ αυτή Βικιλεξικό
    • έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
  2. ιατρικήσυσσωμάτωση αλάτων που εμφανίζεται σε ορισμένα όργανα του σώματος Βικιλεξικό
    • πέτρα στα νεφρά
  3. μεταφορικάκάτι πολύ σκληρό Βικιλεξικό
  4. πολύτιμος λίθος Βικιλεξικό
    • έπιανε την καδένα με τρόπο και φαινόταν και το δαχτυλίδι με μια πέτρα ίδιο φουντούκι (Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος, Αιχμάλωτοι, εκδ. Αετός, 1951, σελ. 74)

Ετυμολογία

πέτρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πέτρα (βράχος). Η σύγχρονη σημασία, μεσαιωνική.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπέτραπέτρες
Γενικήπέτραςπετρών
Αιτιατικήπέτραπέτρες
Κλητικήπέτραπέτρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →