πέτρα
•
- ορυκτολογίασκληρό ορυκτό διαφόρων σχημάτων και μεγεθών που αφθονεί πάνω από τη γη και μέσα σ’ αυτή Βικιλεξικό
- έδιναν χονδρικά το επιθυμητό σχήμα, στη συνέχεια λάξευαν, «έσκαβαν», το εσωτερικό χρησιμοποιώντας στις παλαιότερες εποχές απλό ξύλινο τρυπάνι - το λεγόμενο γαλλικό τρυπάνι - και αργότερα το πιο εξελιγμένο τοξοτρύπανο ή δοξάρι, μαζί μ' ένα τραχύ υλικό που αυτό ουσιαστικά έκοβε την πέτρα και ήταν άμμος ή συνήθως σμύρις. (Ντόρα Βασιλικού, Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1995, σελ. 40)
- ιατρικήσυσσωμάτωση αλάτων που εμφανίζεται σε ορισμένα όργανα του σώματος Βικιλεξικό
- πέτρα στα νεφρά
- μεταφορικάκάτι πολύ σκληρό Βικιλεξικό
- πολύτιμος λίθος Βικιλεξικό
- έπιανε την καδένα με τρόπο και φαινόταν και το δαχτυλίδι με μια πέτρα ίδιο φουντούκι (Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος, Αιχμάλωτοι, εκδ. Αετός, 1951, σελ. 74)
Ετυμολογία
πέτρα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πέτρα (βράχος). Η σύγχρονη σημασία, μεσαιωνική.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πέτρα | πέτρες |
| Γενική | πέτρας | πετρών |
| Αιτιατική | πέτρα | πέτρες |
| Κλητική | πέτρα | πέτρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →