πιθανολογικός
•
- ο σχετικός με αβάσιμες υποθέσεις Βικιλεξικό
- Στη γλώσσα της εξήγησης επιχωριάζουν συνήθη ουσιαστικά, ρήματα «δράσης και σκέψης», διαρθρωτικά μόρια και φράσεις σχέσεων ακολουθίας (χρόνου ή αιτίας) και πιθανολογικές εκφράσεις. (Αζέλης Λαμπάτος, Σμπιλίρης, Αλεξανδράκη, Γραπτός Λόγος: Γλώσσα και Λογοτεχνία - Για το Λύκειο και τις Πανελλαδικές, 2020, σελ. 103)
- πρόβλεψη με δόλο, σπεκουλάρισμα, σπέκουλα Βικιλεξικό
- μαθηματικάπιθανοτικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιθανολογικός < πιθανολογ(ία) + -ικός. Δείτε και την ελληνιστική λέξη πιθανολογική
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πιθανολογικός | πιθανολογική | πιθανολογικό |
| Γενική | πιθανολογικού | πιθανολογικής | πιθανολογικού |
| Αιτιατική | πιθανολογικό | πιθανολογική | πιθανολογικό |
| Κλητική | πιθανολογικέ | πιθανολογική | πιθανολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πιθανολογικοί | πιθανολογικές | πιθανολογικά |
| Γενική | πιθανολογικών | πιθανολογικών | πιθανολογικών |
| Αιτιατική | πιθανολογικούς | πιθανολογικές | πιθανολογικά |
| Κλητική | πιθανολογικοί | πιθανολογικές | πιθανολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →