Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιθανολογικός

/pi.θa.no.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με αβάσιμες υποθέσεις Βικιλεξικό
    • Στη γλώσσα της εξήγησης επιχωριάζουν συνήθη ουσιαστικά, ρήματα «δράσης και σκέψης», διαρθρωτικά μόρια και φράσεις σχέσεων ακολουθίας (χρόνου ή αιτίας) και πιθανολογικές εκφράσεις. (Αζέλης Λαμπάτος, Σμπιλίρης, Αλεξανδράκη, Γραπτός Λόγος: Γλώσσα και Λογοτεχνία - Για το Λύκειο και τις Πανελλαδικές, 2020, σελ. 103)
  2. πρόβλεψη με δόλο, σπεκουλάρισμα, σπέκουλα Βικιλεξικό
  3. μαθηματικάπιθανοτικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιθανολογικός < πιθανολογ(ία) + -ικός. Δείτε και την ελληνιστική λέξη πιθανολογική

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιθανολογικόςπιθανολογικήπιθανολογικό
Γενικήπιθανολογικούπιθανολογικήςπιθανολογικού
Αιτιατικήπιθανολογικόπιθανολογικήπιθανολογικό
Κλητικήπιθανολογικέπιθανολογικήπιθανολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπιθανολογικοίπιθανολογικέςπιθανολογικά
Γενικήπιθανολογικώνπιθανολογικώνπιθανολογικών
Αιτιατικήπιθανολογικούςπιθανολογικέςπιθανολογικά
Κλητικήπιθανολογικοίπιθανολογικέςπιθανολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →