πικροδάφνη
•
- βοτανικήαειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο (λατινικό όνομα Nerium oleander) με λογχοειδή σκουροπράσινα φύλλα και ροδαλά άνθη· όλα τα μέρη της είναι εξαιρετικά δηλητηριώδη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πικροδάφνη < μεσαιωνική ελληνική πικροδάφνη < πικρός + δάφνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πικροδάφνη | πικροδάφνες |
| Γενική | πικροδάφνης | πικροδαφνών |
| Αιτιατική | πικροδάφνη | πικροδάφνες |
| Κλητική | πικροδάφνη | πικροδάφνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →