Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιπίλα

/piˈpi.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το πλαστικό ομοίωμα θηλής που λειτουργεί ως υποκατάστατο της μητρικής θηλής για τα μωρά Βικιλεξικό
  2. το πλαστικό εξάρτημα για μπιμπερό από όπου πίνεται το περιεχόμενο Βικιλεξικό
  3. οτιδήποτε χρησιμεύει για πιπίλισμα Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάτο επαναλαμβανόμενη αναφορά σε κάτι, που καταντάει κουραστική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιπίλα < πιπιλ(ίζω) + κατάληξη θηλυκού -α (αναδρομικός σχηματισμός) < μεσαιωνική ελληνική πιπιλίζω < λατινική pipilare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος pipilo

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπιπίλαπιπίλες
Γενικήπιπίλαςπιπίλων
Αιτιατικήπιπίλαπιπίλες
Κλητικήπιπίλαπιπίλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →