πιπιλίζω
•
- βυζαίνω Βικιλεξικό
- γλείφω κάτι σαν να έχω μια πιπίλα στο στόμα μου (και το λιώνω) Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπαναλαμβάνω με σπαστικό και κουραστικό τρόπο κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιπιλίζω < μεσαιωνική ελληνική πιπιλίζω < λατινική pipilare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος pipilo
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιπιλίζω | πιπιλίζεις | πιπιλίζει | πιπιλίζουμε | πιπιλίζετε | πιπιλίζουν / πιπιλίζουνε |
| Παρατατικός | πιπίλιζα | πιπίλιζες | πιπίλιζε | πιπιλίζαμε | πιπιλίζατε | πιπίλιζαν / πιπιλίζαν / πιπιλίζανε |
| Αόριστος | πιπίλισα | πιπίλισες | πιπίλισε | πιπιλίσαμε | πιπιλίσατε | πιπίλισαν / πιπιλίσαν / πιπιλίσανε |
| Μέλλοντας | θα πιπιλίζω / θα πιπιλίσω | θα πιπιλίζεις / θα πιπιλίσεις | θα πιπιλίζει / θα πιπιλίσει | θα πιπιλίζουμε / θα πιπιλίσουμε | θα πιπιλίζετε / θα πιπιλίσετε | θα πιπιλίζουν / θα πιπιλίζουνε / θα πιπιλίσουν / θα πιπιλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πιπιλίσει | έχεις πιπιλίσει | έχει πιπιλίσει | έχουμε πιπιλίσει | έχετε πιπιλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιπιλίσει | είχες πιπιλίσει | είχε πιπιλίσει | είχαμε πιπιλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πιπιλίσει / να πιπιλίζω / να πιπιλίσω | να έχεις πιπιλίσει / να πιπιλίζεις / να πιπιλίσεις | να έχει πιπιλίσει / να πιπιλίζει / να πιπιλίσει | να έχουμε πιπιλίσει / να πιπιλίζουμε / να πιπιλίσουμε | να έχετε πιπιλίσει / να πιπιλίζετε / να πιπιλίσετε | να πιπιλίζουν / να πιπιλίζουνε / να πιπιλίσουν / να πιπιλίσουνε |
| Προστακτική | — | πιπίλιζε / πιπίλισε | — | — | πιπιλίζετε / πιπιλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →