Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιπεριά

/pi.peɾˈʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόοποιοδήποτε από τα καρποφόρα φυτά του γένους Capsicum Βικιλεξικό
    • [παιδικό τραγούδι, πρώτη στροφή] Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
  2. λαχανικόπράσινος, κίτρινος ή κόκκινος καρπός που παράγεται από το ομώνυμο φυτό, με γεύση ελαφριά μέχρι καυτερή Βικιλεξικό
    • Πεντανόστιμα ορεκτικά όπως λαχταριστούς πρασοκεφτέδες, αγιορείτικη μελιτζανοσαλάτα, τηγανιά, καβουρμά με αυγά και πιπεριές και -φυσικά- τα πιο απολαυστικά γιαπράκια! (Πρώτο Θέμα, 07/02/2024 https://www.protothema.gr/greece/article/1464035/akis-petretzikis-tin-kuriaki-sto-proto-thema-mageireuoume-kai-timame-tin-kouzina-tis-makedonias/)

Ετυμολογία

πιπεριά < πιπέρ(ι) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπιπεριάπιπεριές
Γενικήπιπεριάςπιπεριών
Αιτιατικήπιπεριάπιπεριές
Κλητικήπιπεριάπιπεριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →