πισσώνω
•
- ρίχνω πίσσα ή αλείφω κάτι μ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πισσώνω < μεσαιωνική ελληνική πισσώνω < ελληνιστική κοινή πισσόω / πισσῶ + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πισσώνω | πισσώνεις | πισσώνει | πισσώνουμε | πισσώνετε | πισσώνουν / πισσώνουνε |
| Παρατατικός | πίσσωνα | πίσσωνες | πίσσωνε | πισσώναμε | πισσώνατε | πίσσωναν / πισσώναν / πισσώνανε |
| Αόριστος | πίσσωσα | πίσσωσες | πίσσωσε | πισσώσαμε | πισσώσατε | πίσσωσαν / πισσώσαν / πισσώσανε |
| Μέλλοντας | θα πισσώνω / θα πισσώσω | θα πισσώνεις / θα πισσώσεις | θα πισσώνει / θα πισσώσει | θα πισσώνουμε / θα πισσώσουμε | θα πισσώνετε / θα πισσώσετε | θα πισσώνουν / θα πισσώνουνε / θα πισσώσουν / θα πισσώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πισσώσει | έχεις πισσώσει | έχει πισσώσει | έχουμε πισσώσει | έχετε πισσώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πισσώσει | είχες πισσώσει | είχε πισσώσει | είχαμε πισσώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πισσώσει / να πισσώνω / να πισσώσω | να έχεις πισσώσει / να πισσώνεις / να πισσώσεις | να έχει πισσώσει / να πισσώνει / να πισσώσει | να έχουμε πισσώσει / να πισσώνουμε / να πισσώσουμε | να έχετε πισσώσει / να πισσώνετε / να πισσώσετε | να πισσώνουν / να πισσώνουνε / να πισσώσουν / να πισσώσουνε |
| Προστακτική | — | πίσσωνε / πίσσωσε | — | — | πισσώνετε / πισσώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →