πιστοχρεώνω
•
- οικονομίακαταχωρώ σε λογιστικά βιβλία πιστώσεις και χρεώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιστοχρεώνω < πιστώνω + -ο- + χρεώνω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική crédit et débit
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιστοχρεώνω | πιστοχρεώνεις | πιστοχρεώνει | πιστοχρεώνουμε | πιστοχρεώνετε | πιστοχρεώνουν / πιστοχρεώνουνε |
| Παρατατικός | πιστοχρέωνα | πιστοχρέωνες | πιστοχρέωνε | πιστοχρεώναμε | πιστοχρεώνατε | πιστοχρέωναν / πιστοχρεώναν / πιστοχρεώνανε |
| Αόριστος | πιστοχρέωσα | πιστοχρέωσες | πιστοχρέωσε | πιστοχρεώσαμε | πιστοχρεώσατε | πιστοχρέωσαν / πιστοχρεώσαν / πιστοχρεώσανε |
| Μέλλοντας | θα πιστοχρεώνω / θα πιστοχρεώσω | θα πιστοχρεώνεις / θα πιστοχρεώσεις | θα πιστοχρεώνει / θα πιστοχρεώσει | θα πιστοχρεώνουμε / θα πιστοχρεώσουμε | θα πιστοχρεώνετε / θα πιστοχρεώσετε | θα πιστοχρεώνουν / θα πιστοχρεώνουνε / θα πιστοχρεώσουν / θα πιστοχρεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πιστοχρεώσει | έχεις πιστοχρεώσει | έχει πιστοχρεώσει | έχουμε πιστοχρεώσει | έχετε πιστοχρεώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιστοχρεώσει | είχες πιστοχρεώσει | είχε πιστοχρεώσει | είχαμε πιστοχρεώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πιστοχρεώσει / να πιστοχρεώνω / να πιστοχρεώσω | να έχεις πιστοχρεώσει / να πιστοχρεώνεις / να πιστοχρεώσεις | να έχει πιστοχρεώσει / να πιστοχρεώνει / να πιστοχρεώσει | να έχουμε πιστοχρεώσει / να πιστοχρεώνουμε / να πιστοχρεώσουμε | να έχετε πιστοχρεώσει / να πιστοχρεώνετε / να πιστοχρεώσετε | να πιστοχρεώνουν / να πιστοχρεώνουνε / να πιστοχρεώσουν / να πιστοχρεώσουνε |
| Προστακτική | — | πιστοχρέωνε / πιστοχρέωσε | — | — | πιστοχρεώνετε / πιστοχρεώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →