χρέος
•
- το χρηματικό ποσό που πρέπει να επιστραφεί στον δανειστή Βικιλεξικό
- το δημόσιο χρέος
- Από τότε μέχρι σήμερα έχουν διπλασιάσει την παραγωγή τους, έχουν εκμεταλλευτεί τις χρηματοδοτήσεις του ΕΣΠΑ, για να χτίσουν ένα υπερσύγχρονο διαλογητήριο / ψυγείο, και έχουν ήδη αποσβέσει το χρέος τους.
- το καθήκον Βικιλεξικό
- έκανα το χρέος μου απέναντι στην οικογένειά μου
- στον πληθυντικότα χρέη: καθήκονται, πρόσθετη υπηρεσία ή επάγγελμα που ασκείται από κάποιον Βικιλεξικό
- ο υποδιευθυντής εκτελεί και χρέη διευθυντού κατά την απουσία του τελευταίου
Ετυμολογία
χρέος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χρέος : για την υπηρεσία ή επάγγελμα < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική duties, πληθυντικός του duty
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χρέος | χρέη |
| Γενική | χρέους | χρεών |
| Αιτιατική | χρέος | χρέη |
| Κλητική | χρέος | χρέη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →