πιστόλι
•
- κοντόκαννο πυροβόλο όπλο μικρού μεγέθους που κρατιέται με το ένα χέρι Βικιλεξικό
- Ὡπλισμένος ὡς στρατιώτης ἱερούργει εἰς τό κατά τά Τρίκορφα ἐκκλησίδιον τοῦ Ἁγίου Βλασσίου, καί ὡς δικηροτρίκηρα εἶχε τά πιστόλια, δι' ὧν ηὐλόγει καί ἐσταύρωνε τούς στρατιώτας (Αναστάσιος Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, 1870 σελ. νδ΄, αναφορά σε: Αρκαδία, εφημερίς Τριπόλεως, αρ. 504, τῇ 13 Σεπτεμβρίου 1869)
Ετυμολογία
πιστόλι < πιστόλα + -ι (πυροβόλο όπλο του 1800) < ιταλική pistola < γαλλική pistole < τσεχική píšťala < πρωτοσλαβική *piščalь < *piskati
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιστόλι | πιστόλια |
| Γενική | πιστολιού | πιστολιών |
| Αιτιατική | πιστόλι | πιστόλια |
| Κλητική | πιστόλι | πιστόλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →