πιστώνω
•
- παρέχω πίστωση Βικιλεξικό
- εγγράφω σε λογαριασμό κάποιου ένα χρηματικό ποσό που πρέπει ή μπορεί να πληρωθεί σε αυτόν όταν το ζητήσει Βικιλεξικό
- καταλογίζω κάτι στα θετικά ενός ανθρώπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιστώνω < πιστόω < πίστις
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πιστώνω | πιστώνεις | πιστώνει | πιστώνουμε | πιστώνετε | πιστώνουν / πιστώνουνε |
| Παρατατικός | πίστωνα | πίστωνες | πίστωνε | πιστώναμε | πιστώνατε | πίστωναν / πιστώναν / πιστώνανε |
| Αόριστος | πίστωσα | πίστωσες | πίστωσε | πιστώσαμε | πιστώσατε | πίστωσαν / πιστώσαν / πιστώσανε |
| Μέλλοντας | θα πιστώνω / θα πιστώσω | θα πιστώνεις / θα πιστώσεις | θα πιστώνει / θα πιστώσει | θα πιστώνουμε / θα πιστώσουμε | θα πιστώνετε / θα πιστώσετε | θα πιστώνουν / θα πιστώνουνε / θα πιστώσουν / θα πιστώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πιστώσει | έχεις πιστώσει | έχει πιστώσει | έχουμε πιστώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιστώσει | είχες πιστώσει | είχε πιστώσει | είχαμε πιστώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πιστώσει / να πιστώνω / να πιστώσω | να έχεις πιστώσει / να πιστώνεις / να πιστώσεις | να έχει πιστώσει / να πιστώνει / να πιστώσει | να έχουμε πιστώσει / να πιστώνουμε / να πιστώσουμε | να πιστώνετε / να πιστώσετε | να πιστώνουν / να πιστώνουνε / να πιστώσουν / να πιστώσουνε |
| Προστακτική | — | πίστωνε / πίστωσε | — | — | πιστώνετε / πιστώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πιστώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →