χρεώνω
•
- οικονομίαεπιβαρύνω κάποιον με χρέος για ποσά που μου οφείλει για την αγορά προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών Βικιλεξικό
- Χρεώθηκε ο άνθρωπος για το σπίτι και τώρα δίνει και χαράτσι και δόση δανείου και έμεινε και άνεργος στα 55 του!
- Η Μυρτώ, αφού τελείωσε τις εργασίες της, κατευθύνθηκε με το ποδήλατό της προς την οδό Σερίφ για το μάθημα πιάνου. Καθ΄ οδόν σταμάτησε για να αγοράσει ένα καινούργιο πεντάγραμμο από το κεντρικό βιβλιοχαρτοπωλείο. Αλλά ο καταστηματάρχης δεν τη χρέωσε. Χρωστούσε ήδη πολλά στο γιατρό της, είπε. Κι εκείνη τον ευχαρίστησε θερμά και ένιωσε ικανοποίηση και υπερηφάνεια για τον πατέρα της. (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
- δεν πληρώνω αμέσως, αλλά αγοράζω με πίστωση Βικιλεξικό
- κοστολογώ, βάζω τιμή σε κάποιο προϊόν ή υπηρεσία Βικιλεξικό
- βάζω υποθήκη Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταλογίζω ευθύνη σε κάποιον για κάτι Βικιλεξικό
- Αυτή τη δουλειά τη χρεώθηκε ο υπάλληλος, γιατί βάζετε σε εμένα τις φωνές;
- μεταφορικάαναλαμβάνω ευθύνη Βικιλεξικό
- λογιστικήκαταχωρίζω ένα ποσό που αφορά χρέος σε ειδικό λογιστικό βιβλίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χρεώνω < χρέ(ος) + -ώνω < αρχαία ελληνική χρέος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χρεώνω | χρεώνεις | χρεώνει | χρεώνουμε | χρεώνετε | χρεώνουν / χρεώνουνε |
| Παρατατικός | χρέωνα | χρέωνες | χρέωνε | χρεώναμε | χρεώνατε | χρέωναν / χρεώναν / χρεώνανε |
| Αόριστος | χρέωσα | χρέωσες | χρέωσε | χρεώσαμε | χρεώσατε | χρέωσαν / χρεώσαν / χρεώσανε |
| Μέλλοντας | θα χρεώνω / θα χρεώσω | θα χρεώνεις / θα χρεώσεις | θα χρεώνει / θα χρεώσει | θα χρεώνουμε / θα χρεώσουμε | θα χρεώνετε / θα χρεώσετε | θα χρεώνουν / θα χρεώνουνε / θα χρεώσουν / θα χρεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω χρεώσει | έχεις χρεώσει | έχει χρεώσει | έχουμε χρεώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χρεώσει | είχες χρεώσει | είχε χρεώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χρεώσει / να χρεώνω / να χρεώσω | να έχεις χρεώσει / να χρεώνεις / να χρεώσεις | να έχει χρεώσει / να χρεώνει / να χρεώσει | να έχουμε χρεώσει / να χρεώνουμε / να χρεώσουμε | να χρεώνετε / να χρεώσετε | να χρεώνουν / να χρεώνουνε / να χρεώσουν / να χρεώσουνε |
| Προστακτική | — | χρέωνε / χρέωσε | — | — | χρεώνετε / χρεώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
χρεώθηκαχρεώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →