πισωγυρίζω
•
- γυρίζω προς τα πίσω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεμποδίζομαι να προχωρήσω ή εμποδίζω την πρόοδο, την απρόσκοπτη εξέλιξη με καθυστερήσεις και επιστροφή στα παλιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πισωγυρίζω < πίσω, πισω- + γυρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πισωγυρίζω | πισωγυρίζεις | πισωγυρίζει | πισωγυρίζουμε | πισωγυρίζετε | πισωγυρίζουν / πισωγυρίζουνε |
| Παρατατικός | πισωγύριζα | πισωγύριζες | πισωγύριζε | πισωγυρίζαμε | πισωγυρίζατε | πισωγυρίζαν / πισωγυρίζανε / πισωγύριζαν |
| Αόριστος | πισωγύρισα | πισωγύρισες | πισωγύρισε | πισωγυρίσαμε | πισωγυρίσατε | πισωγυρίσαν / πισωγυρίσανε / πισωγύρισαν |
| Μέλλοντας | θα πισωγυρίζω / θα πισωγυρίσω | θα πισωγυρίζεις / θα πισωγυρίσεις | θα πισωγυρίζει / θα πισωγυρίσει | θα πισωγυρίζουμε / θα πισωγυρίσουμε | θα πισωγυρίζετε / θα πισωγυρίσετε | θα πισωγυρίζουν / θα πισωγυρίζουνε / θα πισωγυρίσουν / θα πισωγυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πισωγυρίσει | έχεις πισωγυρίσει | έχει πισωγυρίσει | έχουμε πισωγυρίσει | έχετε πισωγυρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πισωγυρίσει | είχες πισωγυρίσει | είχε πισωγυρίσει | είχαμε πισωγυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πισωγυρίσει / να πισωγυρίζω / να πισωγυρίσω | να έχεις πισωγυρίσει / να πισωγυρίζεις / να πισωγυρίσεις | να έχει πισωγυρίσει / να πισωγυρίζει / να πισωγυρίσει | να έχουμε πισωγυρίσει / να πισωγυρίζουμε / να πισωγυρίσουμε | να έχετε πισωγυρίσει / να πισωγυρίζετε / να πισωγυρίσετε | να πισωγυρίζουν / να πισωγυρίζουνε / να πισωγυρίσουν / να πισωγυρίσουνε |
| Προστακτική | — | πισωγύριζε / πισωγύρισε | — | — | πισωγυρίζετε / πισωγυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →