πισωγύρισμα
•
- η επιστροφή σε προηγούμενο, κατώτερο επίπεδο, στα παλιά και τα ξεπερασμένα Βικιλεξικό
- η αλλαγή κατεύθυνσης προς τα πίσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πισωγύρισμα < πισωγυρισ- (πισωγυρίζω) + -μα (πισω- γύρισμα, πίσω + γυρίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πισωγύρισμα | πισωγυρίσματα |
| Γενική | πισωγυρίσματος | πισωγυρισμάτων |
| Αιτιατική | πισωγύρισμα | πισωγυρίσματα |
| Κλητική | πισωγύρισμα | πισωγυρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →