Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιόμα

/ˈpço.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το (αλκοολούχο) ποτό Βικιλεξικό
  2. η πόση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιόμα: Κατά τον Πετρούνια, < λέξη πίωμα με συνίζηση ⟨ιώ⟩ < (πίνω) αοριστικό θέμα υποτακτικής πιω- (όπως στο πιω) + -μα με ορθογραφική απλοποίηση. Δείτε επίσης, το μεσαιωνικό πιόμα. και το κατάπιομα. Διαφορετική περίπτωση το όμικρον στο πιοτό. : Κατά τον Μπαμπινιώτη, < μεσαιωνικό πιῶμα (δείτε πιόμα) < θέμα πιω- + -μα. Προτείνει γραφή με ωμέγα, πιώμα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπιόμαπιόματα
Γενικήπιόματοςπιομάτων
Αιτιατικήπιόμαπιόματα
Κλητικήπιόμαπιόματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →