πιόμα
•
- το (αλκοολούχο) ποτό Βικιλεξικό
- η πόση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιόμα: Κατά τον Πετρούνια, < λέξη πίωμα με συνίζηση ⟨ιώ⟩ < (πίνω) αοριστικό θέμα υποτακτικής πιω- (όπως στο πιω) + -μα με ορθογραφική απλοποίηση. Δείτε επίσης, το μεσαιωνικό πιόμα. και το κατάπιομα. Διαφορετική περίπτωση το όμικρον στο πιοτό. : Κατά τον Μπαμπινιώτη, < μεσαιωνικό πιῶμα (δείτε πιόμα) < θέμα πιω- + -μα. Προτείνει γραφή με ωμέγα, πιώμα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιόμα | πιόματα |
| Γενική | πιόματος | πιομάτων |
| Αιτιατική | πιόμα | πιόματα |
| Κλητική | πιόμα | πιόματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →