πιόνι
•
- σκάκιο στρατιώτης στο σκάκι Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάκαθένα από τα 32 κομμάτια του σκακιού Βικιλεξικό
- το πούλι ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάποιος που παρασύρεται ή ποδηγετείται από άλλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιόνι < (λόγιο δάνειο) γαλλική pion + -ι < μέση γαλλική pionier (=πεζικάριος) < παλαιά γαλλικά peonier < peon (=πεζικάριος) < υστερολατινική pedo < pes < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pṓds
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιόνι | πιόνια |
| Γενική | πιονιού | πιονιών |
| Αιτιατική | πιόνι | πιόνια |
| Κλητική | πιόνι | πιόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →