πλάκωμα
•
- κυριολεκτικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλακώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλακώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλακώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλακώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλάκωμα < μεσαιωνική ελληνική πλάκωμα < πλακώνω < ελληνιστική κοινή πλακόω / πλακῶ < αρχαία ελληνική πλάξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλάκωμα | πλακώματα |
| Γενική | πλακώματος | πλακωμάτων |
| Αιτιατική | πλάκωμα | πλακώματα |
| Κλητική | πλάκωμα | πλακώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →