πλακώνω
•
- μεταβατικόκαλύπτω, σκεπάζω: Βικιλεξικό
- μεταβατικόκαλύπτω, σκεπάζω: Βικιλεξικό
- μεταβατικόκάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
- Πλάκωσε την τυρόπιτα και δεν άφησε τίποτα.
- μεταβατικόκάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροκαλώ δυσφορία Βικιλεξικό
- Με πλακώνει το στήθος μου.
- Τον πλακώνει η ανησυχία για το μέλλον.
- αμετάβατοπροκύπτω ή έρχομαι ξαφνικά και συνήθως μαζικά Βικιλεξικό
- Πλάκωσαν οι τζαμπατζήδες.
- Πλάκωσαν οι ζέστες.
Ετυμολογία
πλακώνω < μεσαιωνική ελληνική πλακώνω < ελληνιστική κοινή πλακόω / πλακῶ < αρχαία ελληνική πλάξ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλακώνω | πλακώνεις | πλακώνει | πλακώνουμε | πλακώνετε | πλακώνουν / πλακώνουνε |
| Παρατατικός | πλάκωνα | πλάκωνες | πλάκωνε | πλακώναμε | πλακώνατε | πλάκωναν / πλακώναν / πλακώνανε |
| Αόριστος | πλάκωσα | πλάκωσες | πλάκωσε | πλακώσαμε | πλακώσατε | πλάκωσαν / πλακώσαν / πλακώσανε |
| Μέλλοντας | θα πλακώνω / θα πλακώσω | θα πλακώνεις / θα πλακώσεις | θα πλακώνει / θα πλακώσει | θα πλακώνουμε / θα πλακώσουμε | θα πλακώνετε / θα πλακώσετε | θα πλακώνουν / θα πλακώνουνε / θα πλακώσουν / θα πλακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλακώσει | έχεις πλακώσει | έχει πλακώσει | έχουμε πλακώσει | έχετε πλακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλακώσει | είχες πλακώσει | είχε πλακώσει | είχαμε πλακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλακώσει / να πλακώνω / να πλακώσω | να έχεις πλακώσει / να πλακώνεις / να πλακώσεις | να έχει πλακώσει / να πλακώνει / να πλακώσει | να έχουμε πλακώσει / να πλακώνουμε / να πλακώσουμε | να έχετε πλακώσει / να πλακώνετε / να πλακώσετε | να πλακώνουν / να πλακώνουνε / να πλακώσουν / να πλακώσουνε |
| Προστακτική | — | πλάκωνε / πλάκωσε | — | — | πλακώνετε / πλακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →