πλάσιμο
•
- η ενέργεια του πλάθω Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπινόηση, δημιουργία Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαμόρφωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλάσιμο < θέμα πλασ- του ρήματος πλάθω + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλάσιμο | πλασίματα |
| Γενική | πλασίματος | πλασιμάτων |
| Αιτιατική | πλάσιμο | πλασίματα |
| Κλητική | πλάσιμο | πλασίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →