πλάτος
•
- διάστασητο φάρδος στερεού σώματος Βικιλεξικό
- οι τρεις διαστάσεις ενός στερεού σώματος είναι: το μήκος, το πλάτος και το ύψος
- διάστασηη μικρότερη από τις δύο διαστάσεις Βικιλεξικό
- διάστασηη μέγιστη τιμή ταλάντωσης από τη θέση ισορροπίας Βικιλεξικό
- μεταφορικάη έκταση των θεμάτων στο περιεχόμενο μιας έννοιας, σε αντίθεση με το βάθος Βικιλεξικό
- μεταφορικάη ευρύτητα γνώσεων, απόψεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλάτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλάτος < πλατύς : για τους επιστημονικούς όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amplitude
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλάτος | πλάτη |
| Γενική | πλάτους | πλατών |
| Αιτιατική | πλάτος | πλάτη |
| Κλητική | πλάτος | πλάτη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →