Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλέον

/ˈple.on/επίρρημα
•
  1. πια Βικιλεξικό
    • Ήταν πλέον αργά για να διορθωθεί η κατάσταση.
    • Πρέπει να ξέρετε, ότι δεν κάνω πλέον μουσική για τον κινηματογράφο ή δε μ'ενδιαφέρει πλέον να κάνω. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων, που θ' αποφασίσω σαν μια χειρονομία φιλική προς κάποιον που εκτιμώ. (Μάνος Χατζιδάκης, ψηφίδες μνήμης, εκδ. Ίκαρος, 2004, σελ. 134)
  2. στο εξής Βικιλεξικό
  3. σε αντίθεση με πριν, με παλιότερα Βικιλεξικό
  4. λόγιοπερισσότερο, πιο Βικιλεξικό
    • Εργάστηκε στην εταιρεία δέκα και πλέον χρόνια.
  5. λόγιο + γενικήεπιπλέον, εκτός από Βικιλεξικό
    • Εργάσθηκε στην εταιρεία πλέον των δέκα ετών.
    • Θα καταβληθεί πλέον του φόρου και ειδικό τέλος.
  6. λόγιο + άρθρογια το σχηματισμό συγκριτικού και σχετικού υπερθετικού βαθμού: πιο, πάρα πολύ Βικιλεξικό
    • είναι ο πλέον αρμόδιος
    • Δὲν ἦτον δρόμος πλέον περαστικὸς εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Ἀδύνατον νὰ μὴν ἐπερνοῦσε κανεὶς ἀπ᾽ ἐκεῖ ὅστις θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν ἢ ὅστις θὰ κατέβαινεν εἰς τὴν κάτω.

Ετυμολογία

πλέον < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλέον, μορφή του πλεῖον, ουδέτερο του πλείων / πλέων, συγκριτικός βαθμός του πολύς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →