πλέον
•
- πια Βικιλεξικό
- Ήταν πλέον αργά για να διορθωθεί η κατάσταση.
- Πρέπει να ξέρετε, ότι δεν κάνω πλέον μουσική για τον κινηματογράφο ή δε μ'ενδιαφέρει πλέον να κάνω. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων, που θ' αποφασίσω σαν μια χειρονομία φιλική προς κάποιον που εκτιμώ. (Μάνος Χατζιδάκης, ψηφίδες μνήμης, εκδ. Ίκαρος, 2004, σελ. 134)
- στο εξής Βικιλεξικό
- σε αντίθεση με πριν, με παλιότερα Βικιλεξικό
- λόγιοπερισσότερο, πιο Βικιλεξικό
- Εργάστηκε στην εταιρεία δέκα και πλέον χρόνια.
- λόγιο + γενικήεπιπλέον, εκτός από Βικιλεξικό
- Εργάσθηκε στην εταιρεία πλέον των δέκα ετών.
- Θα καταβληθεί πλέον του φόρου και ειδικό τέλος.
- λόγιο + άρθρογια το σχηματισμό συγκριτικού και σχετικού υπερθετικού βαθμού: πιο, πάρα πολύ Βικιλεξικό
- είναι ο πλέον αρμόδιος
- Δὲν ἦτον δρόμος πλέον περαστικὸς εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Ἀδύνατον νὰ μὴν ἐπερνοῦσε κανεὶς ἀπ᾽ ἐκεῖ ὅστις θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν ἢ ὅστις θὰ κατέβαινεν εἰς τὴν κάτω.
Ετυμολογία
πλέον < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλέον, μορφή του πλεῖον, ουδέτερο του πλείων / πλέων, συγκριτικός βαθμός του πολύς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →