πλειοψηφία
•
- οι ψήφοι που υπερτερούν αριθμητικά σε μια εκλογική διαδικασία Βικιλεξικό
- το κόμμα μας πήρε την πλειοψηφία
- η παράταξη που πήρε τις περισσότερες ψήφους ή έδρες σε μια εκλογική διαδικασία, ή σε ένα εκλεγμένο όργανο Βικιλεξικό
- η κυβερνητική πλειοψηφία υπερψήφισε το νομοσχέδιο
- το μεγαλύτερο μέρος ενός συνόλου Βικιλεξικό
- η πλειοψηφία των προϊόντων αυτής της εταιρείας είναι χαμηλής ποιότητας
Ετυμολογία
πλειοψηφία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλειοψηφία (→ δείτε και τη λέξη πλειονοψηφία) < πλείων, πλειο- + ψῆφ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλειοψηφία | πλειοψηφίες |
| Γενική | πλειοψηφίας | πλειοψηφιών |
| Αιτιατική | πλειοψηφία | πλειοψηφίες |
| Κλητική | πλειοψηφία | πλειοψηφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →