πλήθυνση
•
- λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πληθύνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλήθυνση < πληθύνω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλήθυνση | πληθύνσεις |
| Γενική | πλήθυνσης | πληθύνσεων |
| Αιτιατική | πλήθυνση | πληθύνσεις |
| Κλητική | πλήθυνση | πληθύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →