πλαίσιο
•
- αυτό που βρίσκεται γύρω γύρω από κάτι, περιθώριο Βικιλεξικό
- τεχνικός όροςξύλινος, μεταλλικός κ.λπ. σκελετός, που βρίσκεται γύρω από κάτι για συγκράτηση, στερέωση, προφύλαξη κ.λπ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάπλαίσιο / πλαίσια: τα όρια ή τα νομικά και άλλα πλέγματα και συνθήκες που καθορίζουν και ρυθμίζουν κάτι Βικιλεξικό
- Λύση στα πλαίσια της υπάρχουσας σύμβασης κατασκευής του μετρό της Αθήνας είναι αποφασισμένο να δώσει το ΥΠΕΧΩΔΕ προκειμένου να προχωρήσει το έργο, οι εργασίες του οποίου καθυστερούν λόγω πρόσθετων οικονομικών απαιτήσεων της αναδόχου κοινοπραξίας. (@tovima.gr)
- Ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ζητεί από τον διευθυντή Ασφάλειας Θεσσαλονίκης να γίνουν επιτόπιοι έλεγχοι στους χώρους του ΑΠΘ, στο πλαίσιο αυτεπάγγελτης προανάκρισης, ώστε να διαπιστωθεί η τέλεση πράξεων κακουργηματικού χαρακτήρα, όπως διακίνηση ναρκωτικών, διακεκριμένες κλοπές ή βιασμοί, αδικήματα που καταγγέλλονται στην επιστολή των φοιτητών του Ιδρύματος. (@efsyn.gr)
Ετυμολογία
πλαίσιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλαίσιον :* η μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Rahmen (κατά τα όρια)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαίσιο | πλαίσια |
| Γενική | πλαίσιου / πλαισίου | πλαισίων |
| Αιτιατική | πλαίσιο | πλαίσια |
| Κλητική | πλαίσιο | πλαίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →