πλαγιοκόπηση
•
- η πλευροκόπηση, η επίθεση, η προσβολή και το χτύπημα στα πλάγια της παράταξης του στρατού Βικιλεξικό
- μεταφορικάη φραστική, ή οικονομική ή άλλου είδους επίθεση σε άτομο, φορέα, εταιρεία με πλάγιο τρόπο και όχι με κατά μέτωπο αντιπαράθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλαγιοκόπηση < (καθαρεύουσα) πλαγιοκόπησις < πλαγιοκοπώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλαγιοκόπηση | πλαγιοκοπήσεις |
| Γενική | πλαγιοκόπησης | πλαγιοκοπήσεων |
| Αιτιατική | πλαγιοκόπηση | πλαγιοκοπήσεις |
| Κλητική | πλαγιοκόπηση | πλαγιοκοπήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →