Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλευροκόπηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. στρατιωτικός όροςεπίθεση στα πλάγια της εχθρικής παράταξης ή του οχυρού της Βικιλεξικό
  2. το χτύπημα κάποιου ατομου στα πλευρά Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη πλάγια πρόκληση φθορών που βλάπτει ένα άτομο ή την περιουσία του ή οποιονδήποτε στόχο χωρίς άμεση, μετωπική επίθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλευροκόπηση < πλευροκοπώ + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλευροκόπησηπλευροκοπήσεις
Γενικήπλευροκόπησηςπλευροκοπήσεων
Αιτιατικήπλευροκόπησηπλευροκοπήσεις
Κλητικήπλευροκόπησηπλευροκοπήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →