πλευροκόπηση
•
- στρατιωτικός όροςεπίθεση στα πλάγια της εχθρικής παράταξης ή του οχυρού της Βικιλεξικό
- το χτύπημα κάποιου ατομου στα πλευρά Βικιλεξικό
- μεταφορικάη πλάγια πρόκληση φθορών που βλάπτει ένα άτομο ή την περιουσία του ή οποιονδήποτε στόχο χωρίς άμεση, μετωπική επίθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλευροκόπηση < πλευροκοπώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλευροκόπηση | πλευροκοπήσεις |
| Γενική | πλευροκόπησης | πλευροκοπήσεων |
| Αιτιατική | πλευροκόπηση | πλευροκοπήσεις |
| Κλητική | πλευροκόπηση | πλευροκοπήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →