Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλασμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει πλαστεί Βικιλεξικό
  2. δημιουργημένος με ένα χάρισμα και/ή με ένα σκοπό Βικιλεξικό
    • αυτός ο άνθρωπος είναι πλασμένος για μουσικός

Ετυμολογία

πλασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου πλάθω

Άλλοι τύποι

πλασμέναπλασμένεπλασμένεςπλασμένηπλασμένηςπλασμένοπλασμένοιπλασμένοςπλασμένουπλασμένουςπλασμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →