πλασματικός
•
- που είναι είτε αντικείμενο της φαντασίας είτε φτιαχτός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλασματικός < αρχαία ελληνική πλασματικός < πλάσμα < πλάσσω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλασματικός | πλασματική | πλασματικό |
| Γενική | πλασματικού | πλασματικής | πλασματικού |
| Αιτιατική | πλασματικό | πλασματική | πλασματικό |
| Κλητική | πλασματικέ | πλασματική | πλασματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλασματικοί | πλασματικές | πλασματικά |
| Γενική | πλασματικών | πλασματικών | πλασματικών |
| Αιτιατική | πλασματικούς | πλασματικές | πλασματικά |
| Κλητική | πλασματικοί | πλασματικές | πλασματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →