πλατάγισμα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλαταγίζω, ο αμβλύς ήχος που παράγεται κυρίως από πλατιές επιφάνειες που συγκρούονται μεταξύ τους (σημαίες, πανιά, γλώσσα, χείλη κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Έχασε την ισορροπία του κι έπεσε μ’ ένα πλατάγισμα ανάσκελα στο νερό. (Αλέξανδρος Σχινάς, Το πρόσωπο [διήγημα])
Ετυμολογία
πλατάγισμα < πλαταγίζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλατάγισμα | πλαταγίσματα |
| Γενική | πλαταγίσματος | πλαταγισμάτων |
| Αιτιατική | πλατάγισμα | πλαταγίσματα |
| Κλητική | πλατάγισμα | πλαταγίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →