πλατεία
•
- πολεοδομίαεπίπεδος, διαμορφωμένος χώρος μέσα σε κατοικημένη περιοχή που περιβάλλεται από κτίρια ή και δρόμους Βικιλεξικό
- θέατροτμήμα του θεάτρου μπροστά από τη σκηνή όπου κάθονται οι θεατές, διαφορετικό από τα θεωρεία και τον εξώστη Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάοι θεατές της πλατείας Βικιλεξικό
- Ο εξώστης σφύριζε και γιουχάιζε, ενώ η πλατεία χειροκροτούσε.
Ετυμολογία
πλατεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πλατεῖα (ελληνιστική φράση «πλατεῖα ὁδός»), ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου πλατύς :* για τον ανοιχτό χώρο: λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική place < λατινική platea < αρχαία ελληνική πλατεῖα (αντιδάνειο) Δείτε και το συνώνυμο πιάτσα από τα ιταλικά. :* για την πλατεία θεάτρου < (αντιδάνειο): (σημασιολογικό δάνειο) ιταλική platea < λατινική platea < αρχαία ελληνική πλατεῖα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πλατεία | πλατείες |
| Γενική | πλατείας | πλατειών |
| Αιτιατική | πλατεία | πλατείες |
| Κλητική | πλατεία | πλατείες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →