πιάτσα
•
- η αγορά Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη αγορά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη αγορά Βικιλεξικό
- δρόμος ή πλατεία όπου περιμένει κάποιος τους πελάτες του Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) η πιάτσα ταξί, το σημείο που σταθμεύουν ταξί
- η πλατεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πιάτσα < (άμεσο δάνειο) ιταλική piazza < λατινική platea (φαρδύς δρόμος πόλης) < αρχαία ελληνική πλατεῖα (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πιάτσα | πιάτσες |
| Γενική | πιάτσας | — |
| Αιτιατική | πιάτσα | πιάτσες |
| Κλητική | πιάτσα | πιάτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →