Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πιάτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αγορά Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάη αγορά Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη αγορά Βικιλεξικό
  4. δρόμος ή πλατεία όπου περιμένει κάποιος τους πελάτες του Βικιλεξικό
    • (ειδικότερα) η πιάτσα ταξί, το σημείο που σταθμεύουν ταξί
  5. η πλατεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πιάτσα < (άμεσο δάνειο) ιταλική piazza < λατινική platea (φαρδύς δρόμος πόλης) < αρχαία ελληνική πλατεῖα (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπιάτσαπιάτσες
Γενικήπιάτσας—
Αιτιατικήπιάτσαπιάτσες
Κλητικήπιάτσαπιάτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →