πλατειάζω
•
- μιλάω πολύ για κάποιο θέμα (στον προφορικό ή γραπτό λόγο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλατειάζω < αρχαία ελληνική πλατειάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλατειάζω | πλατειάζεις | πλατειάζει | πλατειάζουμε | πλατειάζετε | πλατειάζουν / πλατειάζουνε |
| Παρατατικός | πλατείαζα | πλατείαζες | πλατείαζε | πλατειάζαμε | πλατειάζατε | πλατείαζαν / πλατειάζαν / πλατειάζανε |
| Αόριστος | πλατείασα | πλατείασες | πλατείασε | πλατειάσαμε | πλατειάσατε | πλατείασαν / πλατειάσαν / πλατειάσανε |
| Μέλλοντας | θα πλατειάζω / θα πλατειάσω | θα πλατειάζεις / θα πλατειάσεις | θα πλατειάζει / θα πλατειάσει | θα πλατειάζουμε / θα πλατειάσουμε | θα πλατειάζετε / θα πλατειάσετε | θα πλατειάζουν / θα πλατειάζουνε / θα πλατειάσουν / θα πλατειάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλατειάσει | έχεις πλατειάσει | έχει πλατειάσει | έχουμε πλατειάσει | έχετε πλατειάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλατειάσει | είχες πλατειάσει | είχε πλατειάσει | είχαμε πλατειάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλατειάσει / να πλατειάζω / να πλατειάσω | να έχεις πλατειάσει / να πλατειάζεις / να πλατειάσεις | να έχει πλατειάσει / να πλατειάζει / να πλατειάσει | να έχουμε πλατειάσει / να πλατειάζουμε / να πλατειάσουμε | να έχετε πλατειάσει / να πλατειάζετε / να πλατειάσετε | να πλατειάζουν / να πλατειάζουνε / να πλατειάσουν / να πλατειάσουνε |
| Προστακτική | — | πλατείαζε / πλατείασε | — | — | πλατειάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
πλατειάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →