πλειοψηφικός
•
- που έχει σχέση με την πλειοψηφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοπλειοψηφικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλειοψηφικός < πλειοψηφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλειοψηφικός | πλειοψηφική | πλειοψηφικό |
| Γενική | πλειοψηφικού | πλειοψηφικής | πλειοψηφικού |
| Αιτιατική | πλειοψηφικό | πλειοψηφική | πλειοψηφικό |
| Κλητική | πλειοψηφικέ | πλειοψηφική | πλειοψηφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πλειοψηφικοί | πλειοψηφικές | πλειοψηφικά |
| Γενική | πλειοψηφικών | πλειοψηφικών | πλειοψηφικών |
| Αιτιατική | πλειοψηφικούς | πλειοψηφικές | πλειοψηφικά |
| Κλητική | πλειοψηφικοί | πλειοψηφικές | πλειοψηφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →