Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλειοψηφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πλειοψηφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπλειοψηφικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλειοψηφικός < πλειοψηφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλειοψηφικόςπλειοψηφικήπλειοψηφικό
Γενικήπλειοψηφικούπλειοψηφικήςπλειοψηφικού
Αιτιατικήπλειοψηφικόπλειοψηφικήπλειοψηφικό
Κλητικήπλειοψηφικέπλειοψηφικήπλειοψηφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπλειοψηφικοίπλειοψηφικέςπλειοψηφικά
Γενικήπλειοψηφικώνπλειοψηφικώνπλειοψηφικών
Αιτιατικήπλειοψηφικούςπλειοψηφικέςπλειοψηφικά
Κλητικήπλειοψηφικοίπλειοψηφικέςπλειοψηφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →