Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλεκτάνη

/pleˈkta.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. κάτι που είναι σχεδιασμένο για να μας εξαπατήσει και να μας παγιδεύσει Βικιλεξικό
    • —Ναι, ο Μίλτος. Το διαζύγιο μου με τον Κωστή κι ο ραγδαίος γάμος μου με σένα θα του αποκαλύψουν την πλεκτάνη μας.

Ετυμολογία

πλεκτάνη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πλεκτάνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλεκτάνηπλεκτάνες
Γενικήπλεκτάνηςπλεκτανών
Αιτιατικήπλεκτάνηπλεκτάνες
Κλητικήπλεκτάνηπλεκτάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →