Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλεμάτι

/pleˈma.ti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποδίχτυ Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Ε΄ στίχ. 1140 (1138-1140) αρχική έκδοση: 1938

Ετυμολογία

πλεμάτι < αρχαία ελληνική πλεγμάτιον, υποκοριστικό του πλέγμα < πλέκω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλεμάτιπλεμάτια
Γενικήπλεματιούπλεματιών
Αιτιατικήπλεμάτιπλεμάτια
Κλητικήπλεμάτιπλεμάτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →