πλέκω
•
- ειδικότεραφτιάχνω ένα αντικείμενο δημιουργώντας ένα πλέγμα ινών ή άλλου υλικού Βικιλεξικό
- Η γιαγιά μου έπλεκε κάθε μέρα ένα μάλλινο πουλόβερ.
- φτιάχνω ένα αντικείμενο δημιουργώντας ένα πλέγμα ινών ή άλλου υλικού Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.
- μεταφορικάπλέκω στίχους/μαντινάδες: συνθέτω ποίημα, στίχους τραγουδιού, μαντινάδα κλπ Βικιλεξικό
- μεταφορικάπλέκω το εγκώμιο (κάποιου): εγκωμιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πλέκω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πλέκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pleḱ- (πλέκω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πλέκω | πλέκεις | πλέκει | πλέκουμε | πλέκετε | πλέκουν / πλέκουνε |
| Παρατατικός | έπλεκα | έπλεκες | έπλεκε | πλέκαμε | πλέκατε | έπλεκαν / πλέκαν / πλέκανε |
| Αόριστος | έπλεξα | έπλεξες | έπλεξε | πλέξαμε | πλέξατε | έπλεξαν / πλέξαν / πλέξανε |
| Μέλλοντας | θα πλέκω / θα πλέξω | θα πλέκεις / θα πλέξεις | θα πλέκει / θα πλέξει | θα πλέκουμε / θα πλέξουμε | θα πλέκετε / θα πλέξετε | θα πλέκουν / θα πλέκουνε / θα πλέξουν / θα πλέξουνε |
| Παρακείμενος | έχω πλέξει | έχεις πλέξει | έχει πλέξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πλέξει | είχες πλέξει | είχε πλέξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πλέξει / να πλέκω / να πλέξω | να έχεις πλέξει / να πλέκεις / να πλέξεις | να έχει πλέξει / να πλέκει / να πλέξει | να πλέκουμε / να πλέξουμε | να πλέκετε / να πλέξετε | να πλέκουν / να πλέκουνε / να πλέξουν / να πλέξουνε |
| Προστακτική | — | έχε πλεγμένο / πλέκε / πλέξε | — | — | πλέκετε / πλέξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →