Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πλεονέκτημα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το να βρίσκεται κάποιος σε καλύτερη θέση σε σύγκριση με άλλους για την επίτευξη ενός στόχου Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπράγμα ή ιδιότητα που προσφέρει σε κάποιον πλεονέκτημα (με την παραπάνω έννοια) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πλεονέκτημα < αρχαία ελληνική πλεονέκτημα < πλεονεκτῶ < πλεονέκτης (ὁ πλέον ἔχων, αυτός που έχει περισσότερα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπλεονέκτημαπλεονεκτήματα
Γενικήπλεονεκτήματοςπλεονεκτημάτων
Αιτιατικήπλεονέκτημαπλεονεκτήματα
Κλητικήπλεονέκτημαπλεονεκτήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →