προνόμιο
•
- δικαίωμα ή αγαθό που ανήκει ή έχει παραχωρηθεί σε κάποιον ή κάποιους κατ' εξαίρεση Βικιλεξικό
- ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ παραχώρησε προνόμια στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης
- αγαθό που το απολαμβάνουν συγκεκριμένα άτομα ή ομάδα ή κοινωνική τάξη Βικιλεξικό
- πριν τον 20ό αιώνα η ενασχόληση με την επιστήμη ήταν αποκλειστικά ανδρικό προνόμιο
- η εκπαίδευση δεν είναι πια προνόμιο των λίγων
Ετυμολογία
προνόμιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προνόμιον < πρό + νόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προνόμιο | προνόμια |
| Γενική | προνομίου / προνόμιου | προνομίων |
| Αιτιατική | προνόμιο | προνόμια |
| Κλητική | προνόμιο | προνόμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →